Η ΔΥΣΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Η ΕΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ



Του Σήφη Φανουράκη

                                          «Αυτοί που επιλέγουν το μικρότερο κακό,
                                              ξεχνούν  πολύ γρήγορα ότι επιλέγουν το κακό»
                                                        (Χ. Άρεντ)

  • Η «εμπειρία του αδύνατου»

Η εμπειρία του αδύνατου θέτει ένα κρίσιμο - τόσο  πολιτικά όσο και θεωρητικά - ερώτημα, για το τι γίνεται όταν ένας πολιτικός στόχος αποδεικνύεται αδύνατος;

Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφής: πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτό τον στόχο, και μάλιστα να κάνουμε την αυτοκριτική μας εάν τον ακολουθούμε ακόμα.

Είναι απαραίτητη η ανάλυση των αιτιών της «ήττας των ψευδαισθήσεων»,  κύρια του κόμματος, και της ήττας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατά την διαπραγμάτευση του Ιούλη 2015.

Η ανάλυση σαφώς θα πρέπει να συμπεριλάβει πλέον και τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας ότι, η πάλη ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις που διεξάγεται στην κοινωνία καθρεπτίζεται και μέσα στο κόμμα· μια πάλη με τη μορφή ενός διαρκούς ιδεολογικού και πολιτικού αγώνα, υπό την επίδραση της ταξικών συγκρούσεων.
    
Είναι σαφές ότι, η αριστερή ταυτότητα ενός κόμματος κρίνεται  καθημερινά σε ζητήματα διαχείρισης κάθε είδους εξουσίας και ιδιαίτερα, της στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού. Όταν  ένα κόμμα της Αριστεράς, αναπαράγει τα χαρακτηριστικά της αστικής διακυβέρνησης στην καθημερινή του πολιτική δράση, τότε είναι απλά μια κυβέρνηση με εμμονή σε λογικές και «στρατηγικές της διαχείρισης»· ουσιαστικά μετατρέπεται σε «σταθεροποιητικό» παράγοντα του πολιτικού συστήματος.

Μετά το πρώτο συνέδριο του 2013 μέχρι σήμερα η επικρατούσα εσωκομματική κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν απογοητευτική και χαρακτηρίστηκε από φαινόμενα κομματικής «φεουδαρχίας» με κύρια χαραχτηριστικά, τη μη συμμετοχή των μελών του στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων, την αδρανοποίηση των Ο.Μ. και τη μετατροπή τους σε εκλογικό εργαλείο για την ανάδειξη και εγκαθίδρυση μιας κομματικής γραφειοκρατίας· μιας γραφειοκρατίας κυρίαρχης επί της εσωκομματικής ιδεολιγικοπολιτικής διαπάλης, που «διαχείμαζε» κυριολεκτικά  στον κομματικό αλλά και στον κρατικό μηχανισμό.

Η ταυτότητά του κόμματος ήταν κύρια αρχηγοκεντρική, «προεδρική»· δεν ήταν συλλογική και χαρακτηριζόταν από στοιχεία μικροαστικού «φατριασμού», με επιμέρους μηχανισμούς και με πρόσωπα που είχαν και προσωπικές στρατηγικές και μικρές ή μεγάλες εξουσίες, με μηχανισμούς και όργανα ελεγχόμενα.

H πολιτική διαπάλη εντός του κόμματος είχε σταδιακά αποκτήσει μικροαστικά χαρακτηριστικά, όπου κυριάρχησαν και κυριαρχούν νοοτροπίες κατάληψης «καρεκλών» και θέσεων, μετατρέποντας σταδιακά το κόμμα, σε κόμμα κυβερνητικής εξουσίας και πελατειακών σχέσεων, με γραφειοκρατική δομή· ένα κόμμα με στελέχη μικροαστικής «ενόρασης», που αναλάμβανε την περιφρούρηση της κομματικής «τάξης» αλλά και του προσωπικού βολέματος· ένα κόμμα με στελέχη πιστά στον «ηγέτη», χωρίς ιδέες, χωρίς πολιτικό πάθος, με χαμηλό επίπεδο κομματικής μόρφωσης, αλλά με  γραφειοκρατικό ναρκισσισμό.

Σχεδόν σε όλα τα όργανα κυριαρχούν ακόμη και σήμερα τα στελέχη με συγκεκριμένες κοινωνικές και ταξικές αναφορές, κυρίως στα μεσαία στρώματα με κάποιες προσθήκες από άλλους πολιτικούς χώρους (κύρια το ΠΑΣΟΚ).

Άλλωστε, σύμφωνα με τις μετεκλογικές έρευνες του Σεπτέμβρη του 2015 προκύπτει ότι, η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύθηκε στα μεσαία στρώματα κατά 16% και στα αστικά κατά 9,5%, ενώ διατήρησε  την ισχύ του κατά 46%  στα κατώτερα στρώματα.

Ωστόσο, η σύνθεση του στελεχικού δυναμικού παρέμεινε μικροαστική και μεσοαστική, γεγονός που καθιστούσε δύσκολη την επαφή με τα λαϊκά στρώματα.
Η σταδιακή καταστρατήγηση  των θέσεων των συνεδρίων του κόμματος και η «πτώση» του οποιουδήποτε ριζοσπαστικού στοιχείου στη φυσιογνωμία του, αποτελεί και σήμερα την ύστατη μαρτυρία, ότι ταλαντεύεται ανάμεσα σε «θετικούς» στόχους για να αμβλύνει τις επιπτώσεις του τρίτου μνημονίου και ταυτόχρονα αποτελεί «ηθελημένα» την ενδοσκόπηση της μικροαστικής ενόρασης σοσιαλδημοκρατικής «κοπής», η οποία σήμερα τείνει να είναι και η μοναδική ταυτότητά του.

Είναι σαφές ότι ένα τέτοιο κόμμα οδηγήθηκε σταδιακά και μεθοδικά σε «ενσωμάτωση», με την κρίση ηθικών αξιών και την απεμπόληση  του ηθικού πλεονεκτήματος  της Αριστεράς, το οποίο και μετέτρεψε σε «μικροαστικό έπος».
Ως κόμμα ριζοσπαστικής αριστεράς ντύθηκε το ένδυμα του «ρεαλισμού» εφαρμόζοντας πολιτικές που είχαν ως αποτέλεσμα, τη μετάλλαξή του σχεδίου του, από ριζοσπαστικό σε ένα σχέδιο γνώριμο στο σοσιαλφιλελευθερισμό  της δεκαετίας του ΄80, που «μόλυνε» την ευρωπαϊκή αριστερά. Παγιδεύτηκε στην ρητορική περί κυβερνητικής «υπευθυνότητας», υιοθετώντας τον ρεαλισμό των σκληρών μεταρρυθμίσεων, χωρίς τελικά να επιτύχει την ενίσχυση των κοινωνικών δυνάμεων που είναι ικανές να ενεργοποιούν και να ενσωματώνουν μια τέτοια «συστημική» αλλαγή. 

Προώθησε ως εναλλακτικό σχέδιο, την αντικατάσταση των προγραμμάτων λιτότητας με ένα σχέδιο «ανάπτυξης» στα πλαίσια της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» του Ελληνικού καπιταλισμού, ως πολιτικό αφήγημα.
Ωστόσο, ένας τέτοιος «σχεδιασμός» ως ιδεολογία ενός κοινωνικού προγράμματος ανατράπηκε από την ίδια την πεμπτουσία του προγράμματος και μεταμορφώθηκε σε ενεργό ιδεολογικό μηχανισμό «ανάπτυξης».


Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα εξουσίας και ως κυβέρνηση εξέφρασε ένα ευρύτατο και ετερόκλητο κοινωνικό και ταξικό «πλήθος»· ένα κοινωνικό «πλήθος», των φτωχών και εξαθλιωμένων στρωμάτων αλλά και μιας επιχειρηματικής «κάστας», η οποία ψάχνει την πολιτική και οικονομική της επιβίωση· μια «κάστα» που διαμόρφωσε την πολιτική πραγματικότητα της Μεταπολίτευσης, με την ενσωμάτωση των μικρομεσαίων στρωμάτων μέσω παράπλευρων μηχανισμών διαφθοράς και διαπλοκής, μέσω μιας ατέλειωτης δια-πλοκής παροχών, προγραμμάτων, διορισμών και δόμησε ένα «βαθύ» κομματικό κράτος.

Η «συνύπαρξη» αυτών των στρωμάτων ήταν ουσιαστικά αδύνατη, με ανύπαρκτα πεδία σύγκλησης και υπαρκτές αντιθέσεις, όπου «ηγεμόνευσε» η παλιά επιχειρηματική «κάστα».

Η διαχείριση αυτής της «αδύνατης σύγκλησης», ουσιαστικά καθόρισε και την ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση χωρίς πολιτική ηγεμονία και χωρίς κοινές  ιδέες και αξίες ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα και τα «συμφέροντα»· χωρίς ηθική και ιδεολογική ηγεμονία.

  • Ο κύκλος που έκλεισε
Ένας πολιτικός κύκλος έκλεισε με τις εκλογές της 7ης Ιούλη 2019, με κύριο χαραχτηριστικό,  τη μείωση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και την «μεταστροφή» του σε κύριο πόλο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς και την ταυτόχρονη «επάνοδο» της Δεξιάς.
Στις νικηφόρες εκλογές του 2015 το ίδιο κόμμα κατάφερε να εκφράσει την ριζοσπαστικοποίηση τμημάτων της Ελληνικής κοινωνίας, τα οποία κατά την περίοδο 2011-12 άρχισαν να βιώνουν τα αποτελέσματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2008. Οι κυρίαρχες τάξεις με το νεοφιλελεύθερο «κανόνα», φόρτωσαν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους ενώ η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων (εργαζομένων, μικρομεσαίων και αυτοαπασχολούμενων) αμφισβήτησε έντονα το δικομματικό σύστημα αντιπροσώπευσης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.
Στις εκλογές του Μαΐου  2012 ο ΣΥΡΙΖΑ «υιοθέτησε» τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό, συμμετέχοντας με α-πορία στα «κινήματα των πλατειών». Μάλιστα μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012, ως αξιωματική αντιπολίτευση πλέον, αναπτύσσει μια «ρητορική» ικανοποίηση των αιτημάτων των κινημάτων, προβάλλοντας την «παραγωγική ανασυγκρότηση» του Ελληνικού καπιταλισμού, ως πολιτικό αφήγημα.
Εσωκομματικά υπήρξε εξισορρόπηση, μετά το 1ο συνέδριο το 2013, με το Αριστερό Ρεύμα ως «θεσμοθετημένη» εσωκομματική αντιπολίτευση και αργότερα την ομάδα των 53 ως δημιουργική αντιπολίτευση, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως αριστερό «άλλοθι». Άλλωστε και το Αριστερό Ρεύμα δεν άσκησε αντιπαράθεση με την ουσία της στρατηγικής της «παραγωγικής ανασυγκρότησης»· αντιπαρατέθηκε μόνο ως προς το νόμισμα θα γινόταν αυτή η ανασυγκρότηση.
Σταδιακά μέχρι τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κεφαλαιοποίησε τη δράση των κινημάτων σε εκλογικά ποσοστά. Η προοπτική της ανατροπής περιορίστηκε στο αφήγημα της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» του Ελληνικού καπιταλισμού, με την παράλληλη αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης».
Μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου,  ορίστηκε ως βασικός «διαπραγματευτής» της πρώτης κυβέρνησης της Αριστεράς, ο Υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης. Επιλέχθηκε ακριβώς για να εκφράσει τη «μεταστροφή» της  στρατηγικής του κόμματος, από την αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων, στην «παραγωγική ανασυγκρότηση» του Ελληνικού καπιταλισμού. Ήταν ο κατάλληλος (και τυπικά ως μη μέλος) που μπορούσε να εκφράσει αυτή τη μετάλλαξη, με «τεχνάσματα» απόκρυψης τύπου, «συμφωνούμε με το 70% των μεταρρυθμίσεων ή δεσμεύσεων» του Μνημονίου (το καλό μνημόνιο). Υπέγραψε τη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, προοίμιο του νέου μνημονίου και αποδέχτηκε την συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το τότε 2ο μνημόνιο μετά από αξιολόγηση από τους «θεσμούς».

Τα κινήματα «καθηλωμένα» για ένα εξάμηνο κινητοποιήθηκαν στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, με τις τράπεζες κλειστές, τους ευρωπαϊκούς εκβιασμούς και την εχθρική προπαγάνδα των ΜΜΕ, με αποτέλεσμα το ΟΧΙ του 61,3%, το οποίο «μετατράπηκε» στο γνωστό 3ο μνημόνιο, το οποίο προπαγανδίστηκε ως ηρωική ήττα και «άνιση μάχη» με τους δανειστές, δικαιολογώντας το επιχείρημα του «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» (TINA).

Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ νομιμοποίησε το «μονόδρομο» της λιτότητας, επιτυγχάνοντας την απρόσκοπτη συνέχιση του προγράμματος  που δεν μπορούσε να επιτύχει η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.

Πάντως φάνηκε ότι, η πραγματική ήττα δεν είναι όταν χάνεις, αλλά όταν χάνεις την πεποίθηση ότι μπορείς να νικήσεις. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πίστευε ότι θα γίνει αποδεκτό το πρόγραμμά του από τους δανειστές.
Διαχειρίστηκε μνημονιακές πολιτικές για τέσσερα χρόνια. Όμως στο τέλος ηττήθηκε στις εκλογές της 7ης Ιουλίου και αποδοκιμάστηκε ακόμα και από κοινωνικά στρώματα που το έφεραν στην κυβέρνηση.


Η ριζοσπαστικότητά του «μεταλλάχτηκε» γρήγορα και φάνηκε ότι, δεν ήταν παρά μια εκδοχή της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς· μια αριστερή κυβέρνηση που δεν έπεισε για την διαφορετικότητα του «σταθεροποιητικού» προγράμματός της· ούτε βέβαια πέτυχε να «εκτοπίσει» το ΠΑΣΟΚ από το κεντροαριστερό «στερέωμα»· ούτε βέβαια και ο «αφηγητής του καλού 70% μνημονίου» μπόρεσε να εμφανιστεί ως η αριστερή «εναλλακτική». Απλώς έγινε κοινοβουλευτικό κόμμα, με κύριο αφήγημα την «ρεαλιστική ανυπακοή», στα πλαίσια πάντα της γνωστής «δημιουργικής ασάφειας».

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές και με ποσοστό 31,5%, προτάσσεται πλέον, ως ο «βασικός» πόλος της κεντροαριστεράς ή της ευρύτερης προοδευτικής συμμαχίας.
Παράλληλα επιχειρεί να αμβλύνει τον «νέο» χαρακτήρα του ως κόμμα «αρχηγικό», με χαλαρούς δεσμούς με τους ψηφοφόρους του, τα συνδικάτα και τις τοπικές κοινωνίες, ενώ θα προσπαθήσει να τροφοδοτήσει τον κομματικό μηχανισμό από τη δεξαμενή των ψηφοφόρων του, ενεργοποιώντας τις δυνατότητες «επαφής» με τους θεσμούς εκπροσώπησης και την εμπειρία  που του δίνει η κυβερνητική του θητεία.
  • Η δυστοπία
Η ήττα αρχίζει να δημιουργεί, ένα παράξενο είδος συναγωνιστών και συντρόφων που ψάχνουν να γαντζωθούν στο νέο αφήγημα, «να τα αλλάξουμε όλα». Αυτή η δυστοπία του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ όλοι σχεδόν επιζητούν, πάση θυσία να την καταστρέψουν.
Αυτό καθαυτό το φαινόμενο αποτελεί μια «καταστροφή» κάθε έννοιας κομματικής τάξης που προκαλεί πανικό και μας εμποδίζει να αξιολογήσουμε ψύχραιμα την ήττα.

Είναι σαφές ότι οι συνθήκες που γέννησαν το «πνεύμα» της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στον ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχουν πια. Αυτό το κόμμα που κυβέρνησε για μια πλήρη τετραετία προκαθόρισε το πεπρωμένο του όταν υπέγραψε και εφάρμοσε μνημονιακές πολιτικές, ανεξάρτητα αν το ίδιο δημιούργησε τις συνθήκες του «αναπόφευκτου» τρίτου μνημονίου. Κι΄αν σήμερα έχει ξεσπάσει μια αδυσώπητη θεωρητική γκρίνια, είναι γιατί οι φίλοι και μέλη του δεν μπορούν να έχουν καμία πίστη στις γραφειοκρατικές δομές, που δια-καθορίζουν την λειτουργία του και τις δημοκρατικές διαδικασίες.


Ωστόσο χρειάζεται προσοχή γιατί, το κατεστημένο αγριεύει όταν «μερικοί» από τους ηττημένους είναι έτοιμοι να απεμπολήσουν την ταυτότητά τους αποδεχόμενοι ότι, «κάναμε σε όλα λάθος», γιατί ουσιαστικά αποδέχονται ότι οι σημερινοί «νικητές» - το κατεστημένο, έχει δίκιο. Αυτή δε η δυστοπία που επικρατεί σε όλο το φάσμα της προοδευτικής «παράταξης» αποτελεί την ύστατη μαρτυρία μιας διφορούμενης αριστερής σκέψης, όπου η αβεβαιότητα για το τι κάνουμε και η προσποίηση ότι συνεχίζουμε όπως πριν επιφέρουν καταστροφικά αποτελέσματα.
  • Η ουτοπία
Το «άλλαξέ τα όλα» αποτελεί μια ουτοπία· μία φανταστική  πολιτική κοινωνία που θα διαθέτει ένα φαινομενικά τέλειο κομματικό σύστημα.  

Ας θυμηθούμε εκείνο το κυνικό που λέει ο νεαρός αριστοκράτης Τανκρέντι στον θείο του, πρίγκιπα της Σαλίνα(Σικελία),  στον «Γατόπαρδο» του Βισκόντι : «Εάν θέλουμε να παραμείνουν όλα ως έχουν, πρέπει όλα να αλλάξουν».

Ο νεαρός υπονοούσε, ότι δεν θα άφηνε εύκολα τον πλούτο και την εξουσία. Έτσι ελίχθηκε, συμμάχησε  με την ανερχόμενη τάξη πραγμάτων και μ' ένα γάμο και θα εξασφαλίσει κατ' αρχάς την οικονομική συνέχεια. Μετά οι αριστοκράτες θα έχουν τον χρόνο να συνεχίσουν στην επόμενη φάση της Ιστορίας, αποβιώνοντας στο «αστικό χείμαρρο».  Αυτή δε η σκηνή του «ιστορικού παρασκηνίου» εκφράζει τη μετατόπιση της άρχουσας ελίτ. Ακριβώς έτσι θα φτιάξει και τον δική της σκηνή η γραφειοκρατική ελίτ, άθικτη από τον «προοδευτικό χείμαρρο» της επιζητούμενης κομματικής «μεταστροφής», η οποία βέβαια θα παραμείνει μια ουτοπία ή θα εμπεριέχει μια νέα κομματική δυστοπία


  • η ευτοπία

Το ζητούμενο αυτή την περίοδο μετά από την ήττα είναι να υπάρξει, μια επιθυμητή ιδανική κομματική κοινωνία, ως εφικτός στόχος για έναν διαφορετικό τρόπο πολιτικής οργάνωσης ενός ευρύτερου «πλήθους» που θα μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια λεγόμενη «πληθυντική αριστερά». Άλλωστε, όπως φαίνεται από τις μετεκλογικές έρευνες, «όσοι δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, αλλά τον ψήφισαν στις βουλευτικές έχουν μία συσπείρωση που φτάνει στο 50%, για τους ανθρώπους άνω των 45 ετών, ενώ στους κάτω των 45, αυτή η ιδεολογική εγγύτητα είναι κάτω από 30%» και μόνο στους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας υπερβαίνει το 70%». Άρα είναι αναγκαία η κομματική ευτοπία που θα βοηθήσει στην κοινωνική αποδοχή και στην «συλλογική δεδηλωμένη».

Υ.Γ. : Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2004 – 2015 ήταν μια «πληθυντική αριστερά», δεδομένου ότι συμμετείχαν πολλές κομματικές και κινηματικές οργανώσεις, που εξέφραζαν σχεδόν όλο το πολιτικοϊδεολογικό φάσμα, από την σοσιαλιστική συνιστώσα μέχρι επαναστατική τροτσκιστική συνιστώσα. Άρα θα επαναλάβουμε το ίδιο εγχείρημα; Ποιες θα είναι οι διαφορές; Πως αλήθεια θα επιτευχθεί η ζητούμενη ευτοπία; Η ουτοπία πάντως του εγχειρήματος είναι υπαρκτή.
                                                           
Ο Σήφης  Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΤΑΤΟΥΡΚ ΣΤΟΝ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ ΔΡΟΜΟΣ



του Σωκράτη Αργύρη

«Ξέρετε πως ο λαός μας στέναζε αιώνες ολόκληρους κάτω από τον αμείλικτο ζυγό δύο τυραννικών και καταστροφικών εξουσιών. Την πρώτη απ’ αυτές τις εξουσίες την ασκούσαν οι ντόπιοι καταπιεστές που ισχυρίζονταν ότι κυβερνάνε τον τόπο και το λαό, τη δεύτερη την αποτελούσε ο ιμπεριαλιστικός και καπιταλιστικός κόσμος.» (Κεμάλ Ατατούρκ, στην τουρκική Βουλή στην Άγκυρα, το 1921)

«Τα κράτη δεν έχουν σταθερούς φίλους, αλλά έχουν συμφέροντα.» (Λόρδος Palmerston, Πρωθυπουργός της Αγγλίας)
Χρόνια στην Ελλάδα συζητάμε το θέμα ότι η Τουρκία αν γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ως δια μαγείας θα λυθούν όλα τα προβλήματα που έχουμε μαζί τους, γιατί έτσι θα γίνουν προβλήματα της ΕΕ.
Ίσως το λένε από άγνοια (δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο) για το πώς λειτουργεί η ΕΕ, γιατί βασικός κανόνας ένταξης μιας νέας χώρας στην ΕΕ είναι ότι πρέπει πρώτα να λύσει όλα τα διμερή θέματα που έχει με τις ήδη χώρες που είναι στην ΕΕ. Τέτοιο παράδειγμα είναι η ένταξη της Πολωνίας στην ΕΕ που ανάγκασε την πανίσχυρη Γερμανία να αποδεχτεί τα σύνορα της επειδή είχε κερδίσει εδάφη από την ηττημένη Γερμανία μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο.
Αυτό το γεγονός όμως δεν αναφέρεται όταν συζητάμε ενταξιακά θέματα των Βαλκανικών χωρών,  αλλά η νέα θεωρία της εξωτερικής πολιτικής μας είναι ότι οφείλουμε να κλείνουμε όπως-όπως μακροχρόνια θέματα με τις Βαλκανικές χώρες ώστε να μη καταναλώνουμε διπλωματικό κεφάλαιο για ήσσονος δήθεν θέματα αφού ο πραγματικός εχθρός βρίσκεται στα Μικρασιατικά παράλια. Το θέμα όμως για το πώς θα κλείσουμε μαζί τους όλα τα διμερή θέματα όπως βεβαίως τα αντιλαμβάνεται η Τουρκία, καμία πολιτική δύναμη στην Ελλάδα, δεν διερωτάται.
Γιατί ίσως αγνοούν ότι ακόμα και ο Robert Badinter, από την γνωστή επιτροπή Badinter για την Γιουγκοσλαβία που η Ελλάδα δεν συμμετείχε (μία από τις αιτίες που γεννήθηκε το Σκοπιανό) γιατί αντί να στείλουμε τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) όπως οφείλαμε, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών  έστειλε τον αντιπρόεδρο, που δεν έγινε δεκτός, επειδή ο τότε  πρόεδρος του ΣτΕ ήταν τοποθετημένος από την τότε αντιπολίτευση, αντιδρά στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ γιατί αμφισβητεί αν μπορούν να ακολουθήσουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες αλλά βάζει και το κυριότερο ερώτημα: «γιατί η ΕΕ να γίνει γείτονας με την Γεωργία, Αρμενία, Συρία, Ιράν, Ιράκ, Χώρες του Καυκάσου που είναι η πιο επικίνδυνη περιοχή σήμερα; Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο από τους ιδρυτές μας που να είχαν προβλέψει τέτοια διεύρυνση, για να μη πω επέκταση».
http://www.senat.fr/senateur/badinter_robert95006b.html
Ας δούμε πώς προέκυψε ιστορικά η Δημοκρατία της Τουρκίας. Με το τέλος του  Α’ Παγκόσμιο Πολέμου έχουμε την κατάρρευση Αυτοκρατοριών, όπως ήταν η Γερμανική, η Ρωσική, η Αυστροουγγρική αλλά πάνω απ’ όλα η Οθωμανική και έτσι έχουμε δημιουργία νέων Ευρωπαϊκών κρατών.
Η Τουρκία είναι ένα από αυτά τα νέα κράτη, που η Ιστορία το έφερε να ιδρυθεί 100 χρόνια μετά την δική μας Επανάσταση του 1821 ενάντια στο Ντεβλέτ-ι Αλίγε-ι Οσμάνιγε, δηλαδή το Ανώτατο Οθωμανικό Κράτος, που καθιερώθηκε να λέγετε Οθωμανική Αυτοκρατορία, και για αυτούς, μετά από τον Απελευθερωτικό πόλεμο που έκαναν οι Νεότουρκοι  εναντίον της Ελλάδας, όπως 600 χρόνια πριν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ιδρύθηκε μετά και την πτώση της Κωνσταντινούπολης, της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 
Και όπως η παλιά αποικία των Μεγάρων μετονομάστηκε  από Βυζάντιο σε Κωνσταντινούπολη προς τιμή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου ή Νέα Ρώμη και μετά την κατάκτηση από τον Μωάμεθ Β’ πήρε το όνομα Ινσταμπούλ, για να τονίσει τον στόχο του να γίνει και αυτός βασιλιάς της Πόλης, μιας πόλης με παγκόσμια αίγλη για τα μέτρα του Μεσαίωνα.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος πήρε την απόφαση τότε να δημιουργήσει μια νέα πρωτεύουσα γιατί η ειδωλολατρική Ρώμη δεν μπορούσε να είναι η πόλη της νέας θρησκείας του Χριστιανισμού, έτσι και ο Κεμάλ Ατατούρκ με την ίδρυση του νέου κράτους αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα στο Engürije στο κέντρο της Μικράς Ασίας που το 1930 μετονομάστηκε σε Ankara, προσπαθώντας να εκκοσμικεύσει**  το νέο κράτος και να το απαλλάξει από ένα ισλαμικό παρελθόν,  παρά τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού που ξεκίνησαν από τα μέσα του 19ο αιώνα, γνωστή ως Τανζιμάτ αν και κατευθύνονταν από τις ίδιες τις Μεγάλες Δυνάμεις, βεβαίως με τους υποστηρικτές της πολιτικής τους εντός του οθωμανικού κράτους, που επεδίωκαν τις μεταρρυθμίσεις αυτές προκειμένου να φιλελευθεροποιήσουν τις δομές του κράτους, να εξαλείψουν τις θρησκευτικές διακρίσεις και να διευκολύνουν έτσι την διείσδυση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων, θεωρώντας πως η εδαφική ακεραιότητα του κράτους ήταν εξασφαλισμένη από τις ίδιες (πάντα η Δύση έχει την ίδια συνταγή) και μέχρι την απομάκρυνση του 36ου τελευταίου Σουλτάνου Μωάμεθ ΣΤ΄ το 1922. 
Η Ιστορία το έφερε έτσι ώστε ένας άλλος Μωάμεθ από τον Β’ που κατέκτησε την Πόλη, ο ΣΤ’ να είναι ο τελευταίος που την είχε ως Πρωτεύουσα.
Σημειολογικά για το νέο κράτος της Τουρκίας και με την αλλαγή πρωτεύουσας ακολούθησε τον ίδιο ιστορικό βηματισμό που είχε να  κάνει με μία νέα αρχή.

Αφήνοντας πίσω την έννοια της ισλαμικής ummah, της κοινότητας δηλαδή των πιστών απέναντι των απίστων όπως ήταν κατά την διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, επειδή το Ισλάμ βλέπει τον κόσμο ως ένα σύστημα θρησκειών που υποδιαιρείται με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των εθνών, ενώ απεναντίας η Δύση βλέπει τον κόσμο ως ένα σύστημα εθνών που υποδιαιρείται με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των θρησκειών, το οθωμανικό κράτος απετέλεσε ένα ιστορικά καθορισμένο πολιτειακό μόρφωμα που για αιώνες είχε βίαια επιβληθεί σε ένα μωσαϊκό λαών και εθνοτήτων στιγματίζοντας καθοριστικά την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική τους εξέλιξη, με την ιδιομορφία όμως να προέρχεται από το μωσαϊκό των εθνοτήτων που εξουσίαζε, όπως αναφέρει ο Νεοκλής Σαρρής στο έργο του «Οσμανική Πραγματικότητα, Συστημική παρά-θεση δομών και λειτουργιών».
Μοιάζει με το δένδρο του Ισλάμ το tubo που έχει τις ρίζες στον αέρα και τα φύλλα στο χώμα. «..η κοινωνία δεν είναι πλαστουργός της πολιτείας αλλά πλάσμα της. Οι μετέχοντες στην κρατική δομή αποκόπτονται από τις κοινωνικές τους ρίζες ώστε το κράτος να επιτελέσει την κύρια αποστολή του, που είναι η αναπαραγωγή του και η διατήρηση του ίδιου συντακτικού εξουσίας. Υπόσταση στο κράτος δίνει η υπερτάξη των στρατογραφειοκρατών που σφετερίζονται το υπερπροϊόν της κοινωνίας και ενεργεί με τρόπο ώστε να διαιωνισθεί το κράτος devlet edded müder διαιώνιο κράτος».
Το 1924 ο Ατατούρκ έφερε μετά την Συνθήκη της Λωζάννης, ένα νέο Σύνταγμα που με τις μεταρρυθμίσεις που επέβαλε στα πλαίσια εξευρωπαϊσμού του νέου κράτους και μέσα στο πλαίσιο να ενσωματωθεί στη Δύση, εκτιμώντας ότι οι νικητές του Α’ παγκοσμίου πολέμου απάλλαξαν το νέο κράτος από το Οθωμανικό Χρέος βάσει των άρθρων 46, 47, 48 της Συνθήκης της Λωζάννης, παρόλο με το Ανατολικό ζήτημα οι Μεγάλες Δυνάμεις διέλυσαν με οικονομικούς και πραγματικούς πολέμους την χώρα του πριν από αυτόν, ως νέος ηγέτη της, ήθελε να δείξει ότι μπορεί να κάνει μία νέα αρχή σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο.
Ήταν ένας τρόπος ώστε η Δύση να δεχτεί στους κόλπους της τον μεγάλο Ασθενή και ο Ατατούρκ να εγκλιματίσει τους πρώην Ασιάτες νομάδες που αν και οι ιστορικές συγκυρίες τους έφεραν από τα βάθη της Ασίας στη Μικρά Ασία, δηλαδή στη Μεσόγειο που αν και επανίδρυσαν την παλαιά Βυζαντινή αυτοκρατορία, ως Οθωμανική, στις παλιές ευρωπαϊκές γεωγραφικές της διαστάσεις, πάντα αισθανόταν ότι πολιτισμικά δεν ανήκαν στον ευρωπαϊκό χώρο.
Στα μάτια του Ατατούρκ η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν μία δύναμη εξουσίας που ουσιαστικά οι Σουλτάνοι την χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν ένα «προσωποποιημένο φεουδαλισμό». Γιατί ο οθωμανικός αυτός φεουδαλισμός προέκυψε από την κατάκτηση και υποδούλωση μιας προηγμένης αγροτικής κοινωνίας εκ μέρους νομάδων πολεμιστών.
Έτσι ο οθωμανικός φεουδαλισμός δεν εμπίπτει στο «πλέγμα των δυνάμεων παραγωγής» επειδή είναι προϊόν απαλλοτρίωσης και βίαιου σφετερισμού και δεν εντάσσεται στα στάδια που κατά την μαρξιστική διαλεκτική, οδηγούν σε ένα προοδευτικότερο κοινωνικό καθεστώς, δηλαδή στον καπιταλισμό. Γιατί στην μαρξιστική θεώρηση ο ορισμός του κοινωνικού σχηματισμού εστιάζεται γενικά στις εξής αρχές, κατά την διατύπωση του Barry Hindess και του Paul Hirst: «Κάθε χαρακτηριστικός τρόπος ιδιοποιήσεως του υπερπροϊόντος συνεπάγεται και μια ιδιαίτερη δομή παραγωγικών σχέσεων. Κάθε δομή παραγωγικών σχέσεων συνεπάγεται ένα πλέγμα δυνάμεων που ανταποκρίνονται στις συνθήκες διαδικασίας της εργασίας την οποία εισάγει».

Το χαράτσι π.χ, που πλήρωναν οι μη μουσουλμάνοι, όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Σπανδούνης το 1538, ήταν η μεγαλύτερη πρόσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. όπως αναφέρει στο έργο του «De la origine deli imperatori Ottomani» – Περί της προελεύσεως των Οθωμανών βασιλέων.
Η επικράτεια ήταν χωρισμένη σε σαντζάκια (sancak) και οι επικεφαλής Sancakbeyi ή Φλαμπουράρηδες μάζευαν τους φόρους για τον περιφερειακό Πασά που κατέληγαν στο θησαυροφυλάκιο της Πύλης.
http://www.oxfordbibliographies.com/view/document/obo-9780195390155/obo-9780195390155-0231.xml#
Με το νέο Σύνταγμα, αυτό που ήθελε ο Ατατούρκ, ήταν να διασφαλίσει ουσιαστικά τα νέα σύνορα του κράτους του, μετά από αυτό που έζησε με την Συνθήκη των Σεβρών, η οποία ήταν η αντίστοιχη της Συνθήκης των Βερσαλλιών για την ηττημένη Γερμανική Αυτοκρατορία (που κατάφερε να την ανατρέψει ξεκινώντας ένα Απελευθερωτικό πόλεμο ενώ η Γερμανία έκανε πόλεμο μετά από 20 χρόνια από την συνθήκη των Βερσαλλιών) και για να το πετύχει το έκανε αντικαθιστώντας το συνεκτικό κρίκο της ummah της Ισλαμικής θρησκείας με την ιθαγένεια και στο άρθρο 88 διαβάζουμε ότι την ιθαγένεια του Τούρκου έχουν πλέον όλοι οι κάτοικοι (ahali) της Τουρκίας χωρίς διάκριση φυλής και θρησκείας.
[Türkiye ahalisine din ve ırk farkı olmaksızın vatandaşlık itibariyle “Türk” ıtlak olunur.]
http://www.jamesinturkey.com/what-is-a-turk-which-1924-definition-does-gul-want/ 
Και αυτό το συνόψισε με τη φράση του «Ne Mutlu Turkum Diyene», δηλαδή «Πόσο χαρούμενος είναι αυτός που λέει είμαι Τούρκος».
– https://www.trtworld.com/referendum/turkeys-constitutional-history-a-timeline-334848
– https://books.google.gr/books?id=q1oGDAAAQBAJ&pg=PA148&lpg=PA148&dq=ahali+Turkish+Constitution&source=bl&ots=bEBMtDWupn&sig=ACfU3U1lOvy0cNcGr377WYE69JDIrSEY8Q&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjAo-7M56rhAhXC5KYKHVxQBpAQ6AEwAnoECAcQAQ#v=onepage&q=ahali%20Turkish%20Constitution&f=false
Δηλαδή όλοι οι κάτοικοι πλέον της Δημοκρατίας της Τουρκίας, που πήρε το όνομα της με αντίστοιχο γεωγραφικό προσδιορισμό, όπως πρόσφατα η πΓΔΜ, θα είχαν την ιθαγένεια του Τούρκου, άσχετα αν ήταν Κούρδοι, Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ο.κ.

Με αυτό τον νομικό τρόπο ήθελε να φτιάξει ένα νέο πολιτικό καθεστώς, όπως στα πρότυπα του Φασισμού: «ένα λαός, ένα κράτος, ένας αρχηγός» [Ein Volk, Ein Reich, Ein Führer] στηριζόμενος επίσης στις ιδέες του Ziya Gökalp.


Παράλληλα με την κατάργηση του Χαλιφάτου και του Shaykh al-Islām και την εισαγωγή της λατινικής γραφής αντί της φαρσί (βέβαια από το 1862 είχε γίνει πρόταση να εκλατινισθεί η γραφή επί Münuf Pasha) ήθελε να αποκόψει άμεσα το ισλαμικό παρελθόν γιατί όλα τα θρησκευτικά κείμενα ήταν γραμμένα στα περσικά (φαρσί) και έτσι με το άρθρο 136 του ίδιου Συντάγματος ίδρυσε το Diyanet, δηλαδή την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων του τουρκικού κράτους, όπου τα θέματα της θρησκείας ήταν πλέον θέμα του κράτους. Και επέβαλε ο στρατός να είναι πλέον ο θεματοφύλακας του νέου Συντάγματος αντί της αρχής ότι ο λαός είναι το κυρίαρχο σώμα που μόνο από αυτόν απορρέουν όλες οι εξουσίες. Δηλαδή έφτιαξε ένα νέο Σύνταγμα επιτομή του Αυταρχικού κράτους.


Όσο βέβαια προσπάθησε να κρατήσει την θρησκεία μακριά από την πολιτική αυτό έγινε μόνο μέχρι τον θάνατο του γιατί η θρησκεία έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως το μέσο για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας (ξεκίνησε από τον Μεντερές με τα γνωστά γεγονότα ενάντια στον Ελληνισμό) μέχρι σήμερα.


Αυτό που συμβαίνει στη γείτονα χώρα είναι ότι το εκεί πολιτικό σύστημα αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα ιστορικό περιβάλλον που για αιώνες δεν μπόρεσε να αφομοιώσει, επειδή ζούσε στο περιθώριο της βαριάς ιστορίας που κουβαλούσε ο χώρος και έτσι στο συλλογικό υποσυνείδητο του, αισθάνεται ως ένας μουσαφίρης που κάποτε φοβούνται ότι θα τους εκδιώξουν, όπως αυτοί εξεδίωξαν λαούς και όπως και τώρα το βλέπουμε στους πρώην συμμάχους τους Κούρδους στον τότε Απελευθερωτικό αγώνα τους ενάντια στους Έλληνες και Αρμένιους ειδικά αν και υπήρξαν συνιδρυτές της Τουρκικής Δημοκρατίας.


Έτσι στα πλαίσια της πλήρους επανοθωμανοποίησης της τουρκικής κοινωνίας ο Ερντογάν, ειδικά μετά τα γεγονότα στο πάρκο Gezi το 2013, θέλει να αλλάξει αυτό που ο Ατατούρκ προσπάθησε να κάνει και σκέφτεται να επαναφέρει την γραφή φαρσί ως ένα μέσο για να ξαναβρεί το Οθωμανικό παρελθόν της χώρας του, δηλαδή όπως ήταν η χώρα του πριν τον κοινοβουλευτισμό τότε που η εξουσία ανήκε στο Σουλτάνο-Χαλίφη. Επίσης από το 2006 έχει τετραπλασιάσει τον προϋπολογισμό του Diyanet και έχει αυξήσει το προσωπικό του στα 150.000 άτομα και μέσω δημιουργίας νέων τζαμί όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και στο εξωτερικό, θέλει να ενισχύσει το ηγετικό του προφίλ (μη ξεχνάμε ότι ο κυριότερος σύμβουλος του, Ibrahim Kalin, είναι καθηγητής στην Ουάσιγκτον σε πανεπιστημιακή σχολή που χρηματοδοτήθηκε από την Σαουδική Αραβία).


Αυτό που κυριαρχεί στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από την ίδρυση της είναι το άγχος της αφαίρεσης εδαφών της και αυτό το βίωσαν στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο που αν και πιέστηκαν από την Μ. Βρετανία δεν τόλμησαν να μπουν, γιατί οι μνήμες του Α’ παγκοσμίου πολέμου ήταν νωπές για το νέο τους κράτος που ακροβατούσε σε ένα παρελθόν που τους έφερε στο χείλος της διάλυσης αλλά και σε ένα προβληματικό παρών με αβέβαιο μέλλον.
– http://www.turkeyanalyst.org/publications/turkey-analyst-articles/item/463-the-rise-of-diyanet-the-politicization-of-turkey’s-directorate-of-religious-affairs.html
– https://ottomanhistory.net/node/225
–https://sonsofsunnah.com/2014/05/25/the-turkish-ottomans-were-fluent-in-farsi-persian/
Τον σημερινό Πρόεδρο Ερντογάν πρέπει κανείς να τον βλέπει με όρους θρησκευτικούς και όχι πολιτικούς, γιατί ο στόχος του είναι η επαναφορά της ummah και όχι η διατήρηση ακόμα και αυτού του απολυταρχικού κράτους που έχει εγκαθιδρύσει ειδικά με τις συνταγματικές τροποποιήσεις του 2017.

Πιστεύει ότι η Δύση τον υπονομεύει όπως συνέβαινε τον 19ο και 20ο αιώνα και  έτσι συνάπτει νέες συμμαχίες πέρα απ’ αυτές που είχαν συνάψει οι κυβερνήσεις πριν απ αυτόν. Δηλαδή τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και τη τελωνειακή ένωση με την ΕΕ και το κάνει με τους εχθρούς της Δύσης δηλαδή τη Ρωσία, το Κατάρ ή τη Βενεζουέλα του Μαδούρο ακολουθώντας τη ρήση του Πάλμερστον.


Αυτό βέβαια που εκμεταλλεύεται, είναι ότι το ΝΑΤΟ έχει εγκαταστήσει στη Μαλάτεια ειδικά ραντάρ αντιπυραυλικής ασπίδας που ουσιαστικά είναι τα μάτια προστασίας του Ισραήλ σε περίπτωση πυραυλικής επίθεσης από το Ιράν και επίσης διαθέτει την Αεροπορική Βάση Ιντζιρλίκ που εκεί οι ΗΠΑ έχουν πυρηνικές κεφαλές.


Ο χάρτης όμως της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ ξαναγράφεται στην Μέση Ανατολή και δεν αποκλείεται στο άμεσο μέλλον να διαπιστώσει ότι αυτό τελικά ήταν μία στρατηγική λάθους για το καθεστώς του.
– https://www.incirlik.af.mil 
– http://www.minareport.com/2018/04/07/us-quietly-packing-bags-and-moving-from-incirlik-and-qatari-airbases/
– https://www.airforcetimes.com/news/your-air-force/2018/08/09/turkish-lawyers-want-to-raid-incirlik-air-base-and-arrest-us-air-force-officers/
– http://www.kathimerini.gr/438068/article/epikairothta/kosmos/h-texeranh-proeidopoiei-gia-to-rantar-sthn-toyrki 

Ωστόσο αυτό που πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα για το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών πρέπει να είναι η επικύρωση της Συνθήκης της Λωζάννης εκ μέρους των ΗΠΑ. Είναι ένα βήμα που θα αναγκάσουν την Τουρκία να σταματήσει να ζητάει τυχόν αναθεώρηση της.
** «Τι είναι εκκοσμίκευση; … Είναι μια παγκόσμια αντίληψη πραγμάτων και κατά συνέπεια ένας τρόπος ζωής στον οποίο τα βασικά θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης -οικογένεια, επιστήμη, επάγγελμα, τέχνη κ.λ.π.- όχι μόνο δεν βασίζονται στη θρησκευτική πίστη, ούτε κάποια σχέση έχουν μ΄ αυτή, αλλά απορρίπτεται κάθε αναγκαιότητα ή πιθανότητα τέτοιας σχέσης. Οι εκκοσμικευμένες περιοχές της ζωής θεωρούνται αυτόνομες. Δηλαδή κατευθύνονται από δικές τους αξίες, αρχές και κίνητρα, που διαφέρουν από τις θρησκευτικές.»
*Ο Σωκράτης Αργύρης έχει κάνει σπουδές Ιστορίας και Οικονομίας στη Γαλλία και Αγγλία.
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με την προϋπόθεση να αναφέρεται το όνομα του συγγραφέα Σωκράτη Αργύρη.


ΤΑ ΜΜΕ ΩΣ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


Του Σήφη Φανουράκη             

                                  
Οι δημοσιογράφοι με εργαλείο την εφημερίδα, από τον 18ο αιώνα, προσπάθησαν να διαμορφώσουν μια ορθολογική κοινή γνώμη. Μέσα από μια οργανωμένη άσκηση της κριτικής, προώθησαν την «κοινωνικοποίηση της σκέψης».

Ωστόσο, η γέννηση μιας κοινής γνώμης, που αναδύεται μέσα από την κριτική σύγκριση των  προσωπικών απόψεων, καταργεί το άτομο ως ον και το αντικαθιστά με ένα κοινωνικοποιημένο άτομο δηλαδή, με ένα πλαστό και «χειραγωγούμενο» ον.

Οι δημοσιογράφοι, ανεξάρτητα από τις διαφορές τους και την πραγματική κοινωνική τους λειτουργία ενώνονται και προωθούν, υποτίθεται, ένα μοναδικό σκοπό:  να φανερώνουν την αλήθεια.

Ωστόσο αυτή η «ένωση» που έχει σκοπό την αλήθεια, αλλά δεν θεμελιώνεται πάνω στην αλήθεια, πλάθει μύθους και πλαστές συμφωνίες σε μια «πλαστή» κοινωνία όπου, πραγματικό είναι μόνο ό,τι η κοινωνία βλέπει και αληθινό μόνο ό,τι  η κατανοεί και εγκρίνει.

Επίσης η δημοσιογραφία  εφευρίσκει την κοινωνικοποίηση της αλήθειας και πλάθει το «μύθο» της αντικειμενικότητας, σε μια κοινωνία  που εμφανίζεται νόμιμη, ορθολογική και αληθινή.

Βέβαια οι δημοσιογράφοι αποκρύπτουν έναν βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο, όταν δίνεται μια είδηση πρέπει πάντα να δίνεται, αφού πρώτα έχει ερμηνευτεί. Αγνοούν επίσης ότι στην παρουσίαση μιας είδησης,  αποτυπώνεται ο υποκειμενικός παράγοντας του δημοσιογράφου.

Είναι σαφές όμως ότι ο «πραγματικός» δημοσιογράφος, πρέπει να μαρτυρεί τα γεγονότα εκφράζοντας και τη δική του άποψη, αλλά χωρίς να «επινοεί» τίποτα και ούτε να ταυτίζει τη γνώμη του με το γεγονός (είδηση).  

Από τη άλλη, ο οποιοσδήποτε «σχολιασμός» μιας είδησης πρέπει να γίνεται χωρίς να διαπαιδαγωγεί και χωρίς να διαφθείρει τον αναγνώστη ή τον τηλεθεατή.

Διαφορετικά ο μύθος της «αντικειμενικότητας» και της «κοινωνικοποίησης» της αλήθειας, μετατρέπονται σε  ψευδοϊδεολογίες. 

Η ημερήσια ποσότητα ειδήσεων σχολιάζεται και «ιστορικεύεται», με πολιτικό προσανατολισμό, τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης αντιπολιτευτικής συνείδησης και τη χειραγώγηση του αναγνώστη ή του τηλεθεατή και μάλιστα με φοβικά σύνδρομα, τα οποία υιοθετούνται από την προπαγάνδα του παλιού σάπιου κατεστημένου. 

Όλα τα τοπικά ΜΜΕ (με συνοδοιπόρους τα λεγόμενα social media), ιδιαίτερα τα ηλεκτρονικά, τύπου cretalive, συμμετέχουν ενεργά στην καλλιέργεια του φόβου και των ψευδών διλημμάτων, χειραγωγώντας τον αναγνώστη ή τον τηλεθεατή, σχετικά με τις επερχόμενες εκλογές, αλλά και τις υποψηφιότητες των κομμάτων.

Διαστρεβλώνουν το πραγματικό ερώτημά των εκλογών, λειτουργώντας όπως ακριβώς ο Ομηρικός «μνηστήρας» Αντίνοος θολώνοντας τις καταστάσεις και αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα άγουν, χειραγωγούν και παρασύρουν τον αναγνώστη ή τηλεθεατή, μετατρέποντάς τον σε κατευθυνόμενη αγέλη, όπως έκανε ο άλλος Ομηρικός «μνηστήρας» ο Αγέλαος.

Είναι προφανές ότι οι δημοσιογράφοι αυτοί στην πλειοψηφία τους αποτελούν πλέον, το πιο φοβισμένο από τη μια και το πιο ευάλωτο από την άλλη τμήμα της κοινωνίας που αναλαμβάνει «εργολαβικά» - με το αζημίωτο - να διαμορφώσει μια συλλογική συνείδηση «επαναφοράς» του σάπιου κομματικού μπλογκ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ.

Αξιώνουν δε να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και να μετατρέπουν τους αναγνώστες ή  τηλεθεατές, από σκεπτόμενα άτομα σε άκριτους δέκτες και μεταδότες μιας κυρίαρχης γνώμης. Εν όψει των εκλογών προσπαθούν να «επιβάλλουν» τους υποψηφίους βουλευτές της «αρεσκείας» τους, με το αζημίωτο βέβαια, προσπαθώντας να «ιστορικεύσουν» την θέση τους και να «διακοσμήσουν» την επιστροφή του «παλιού γνώριμού τους» σάπιου κατεστημένου.

Έτσι, η δημοσιογραφία χάνει πλέον την τελεσφορία  της και παρακμάζει σε «διακόσμηση», ενώ η κοινωνία μετατρέπεται σε «μάζα ασυνάρτητη» ή συρρικνώνεται σε «μαφίες». 
Μάλιστα αυτή η δημοσιογραφία, μετατρέπεται σε μια νέα διακοσμητική εξουσία, που προωθεί τα οικονομικά συμφέροντα της εξουσίας των ΜΜΕ, των οικονομικών και πολιτικών προσώπων και δυνάμεων τα οποία εκφράζουν και από τα οποία «επιβιώνουν» οικονομικά, συντηρώντας ταυτόχρονα την «κατεστημένη τάξη».

                                                             
Ο Σήφης  Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας

Ο ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΣΤΕΡΕΨΕΙ

                                                                      
Του Σήφη Φανουράκη
      « -Tα αγάλματα είναι στο μουσείο.
…γιατί τ΄αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
                     είμαστε εμείς».

    (Γ. Σεφέρης)


Οι επιλογές της «τοπικής» ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, προκαλούν καθημερινά στα μέλη του, ένα επώδυνο και συνεχές συναίσθημα άρνησης της πραγματικότητας.

Τα απλά μέλη βρίσκονται σε ένα συνεχή φόβο ανατροπής των ψευδαισθήσεών τους· βιώνουν μία αντιφατική  πραγματικότητα μέσα από τον αμυντικό ψυχικό μηχανισμό, της ασυμφωνίας με την πραγματικότητα.

Το «ντόπιο πολιτικό προσωπικό» του κόμματος συγκροτεί σήμερα, μια περιφερόμενη «τάξη» αρμοδίων και αναρμόδιων, στελεχώνοντας διάφορες θέσεις εξουσίας. Μετακινείται χωρίς καμία δέσμευση στο πολιτικό και κοινωνικό σώμα από το οποίο προέρχεται και αποτελείται από επιμέρους μηχανισμούς και πρόσωπα που έχουν προσωπικές στρατηγικές και μικρές ή μεγάλες εξουσίες σε όργανα τα οποία και ελέγχουν.

Η «πολιτική διαπάλη» εντός του κόμματος έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά, και νοοτροπίες κατάληψης καρεκλών και θέσεων μετατρέποντας σταδιακά το κόμμα, σε κόμμα κυβερνητικής εξουσίας, με γραφειοκρατική δομή και στελέχη «μικροαστικής ενόρασης»· αναλαμβάνουν την περιφρούρηση της κομματικής «τάξης», διευθετώντας το προσωπικό τους βόλεμα· ενεργούν χωρίς ιδέες, χωρίς πολιτικό πάθος, με χαμηλό επίπεδο κομματικής και πολιτικής αντίληψης και τον απαραίτητο γραφειοκρατικό ναρκισσισμό· θεωρούν ωστόσο ότι παράγουν πολιτική στο Νομό!




Για παράδειγμα, από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του ΄14 μέχρι σήμερα δεν ασχολήθηκαν καθόλου  με τις υπάρχουσες αυτοδιοικητικές παρατάξεις που είχαν στηρίξει και οι οποίες έχουν παράξει κάποιο έργο· δεν τις αξιολόγησαν ποτέ· ασχολήθηκαν με την κατάληψη «καρεκλών» και μόνο.

Το αποτέλεσμα των αυτοδιοικητικών εκλογών του ΄14 δεν τους «ξύπνησε»· ούτε κατάλαβαν ότι «διευθύνουν» ένα πολιτικό κόμμα που δεν έχει ριζώσει στην κοινωνία και δεν έχει ένα σχέδιο πολιτικής ηγεμονίας, αλλά και με ασθενή κοινωνική απέυθυνση που εισπράττει ψήφο διαμαρτυρίας και όχι ψήφο «πολιτικής ταύτισης».

Όπως φαίνεται δε από τα τεκταινόμενα και τις επιλογές τους, τόσο πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, όσο και μετά, η κατάσταση παραμένει η ίδια : το κόμμα ουσιαστικά δεν υπάρχει· υπάρχει μόνο ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός που «διευθετεί»  τις κρατικές θέσεις· κατέστρεψε σταδιακά το πάλαι ποτέ αυτοδιοικητικό πλεονέκτημα της Αριστεράς και μετέτρεψε σε «έπος στήριξης» υποψηφίων Δημάρχων και Γ.Γ Περιφερειών, εγκαταλείποντας τις δικές του παρατάξεις.

Είναι φανερό ότι αυτό το κόμμα, που κυβερνά τη χώρα, βρίσκεται πλέον σε κρίση στρατηγικών στόχων η οποία δεν οφείλεται σε «κόπωση», αλλά περισσότερο στην κρίση της ιδεολογικοπολιτικής στόχευσης.

Η ντόπια «ηγεσία» της Ν.Ε. μετά τον «ψευτοκαπετανίστικο τσαμπουκά» κατά τις επιλογής στήριξης του Αρναουτάκη, «κατάφερε» να μην εκλέξει κανένα περιφερειακό σύμβουλο σε μια περιφέρεια που στις Ευρωεκλογές συγκέντρωσε το 29% των ψήφων.

Επίσης μετά την «ιστορική» απόφαση στήριξης (εφεύρημα) υποψήφιας Δημάρχου, η οποία στην πορεία εγκατέλειψε, από αδυναμία συγκρότησης ψηφοδελτίου, αυτή η «ανερμάτιστη» τοπική ηγεσία ξόδεψε με «πολιτική ανοησία» την υπάρχουσα αυτοδιοικητική παράταξη και στη συνέχεια κάλεσε τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ να ψηφίσουν προοδευτικά, αριστερά, δημοκρατικά σχήματα, ενώ στο σχήμα «Ενεργοί Πολίτες» ήταν υποψήφιοι τρία μέλη της Ν.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και αρκετά απλά μέλη του!

Ήταν προφανής η πολιτική «κουτοπονηριά» αυτής της απόφασης, η οποία δεν έλαβε υπόψη της την εκφρασμένη (σε συνέντευξη) άποψη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και Πρωθυπουργού, Ότι : «…όπου έχουμε αυτοδιοικητικές παρατάξεις  δοκιμασμένες και με έργο δεν τις εγκαταλείπουμε…».

Έτσι η πλειοψηφία της Ν.Ε. με ένα απίστευτο ετσιθελισμό έσβησε την πορεία της υπάρχουσας παράταξης «Ενεργοί Πολίτες»· αυτή δε η «συγκυριακή» πλειοψηφία, προεκλογικά, με ξεδιάντροπο και ανόητο τρόπο, ουσιαστικά «σαμποτάρισε» το ψηφοδέλτιο των «Ενεργών Πολιτών» και έκανε καθημερινό μπούλινγκ στα μέλη του που ήταν υποψήφια σ΄αυτό· ακόμη και σήμερα δε μετά από την «εκλογική καταστροφή» του ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να ζει με ψευδαισθήσεις, περί «ανάκαμψης».

Αποδεικνύεται πάντως περίτρανα ότι, ο τοπικός κομματικός μηχανισμός είναι ανίκανος, όχι μόνο να παράγει πολιτική στο Νομό, αλλά και να διαχειριστεί την κυβερνητική πολιτική «κρίση· ούτε αντιλαμβάνεται τη φθορά που μπορεί να υποστεί το κόμμα στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, από τις παραπάνω επιλογές· ούτε γνωρίζει καν τι σημαίνει «απόδοση» και πιστεύει  ότι αποδίδει μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπά, φωνασκεί  και τρέχει από το πρωί ως το βράδυ φραξιονίζοντας, και εξαπατώντας τα μέλη ότι τάχα υλοποιεί τη γραμμή.
 
Το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η «διάσωση» των καρεκλών της!

Τα απλά μέλη του κόμματος, αν αγαπούν ακόμα το κόμμα, δεν πρέπει να επιτρέπουν σε μία «επιζήμια  φατρία» να επιβιώνει με την δική  τους ανοχή.

Πως αλήθεια πιστεύει η «τοπική ηγεσία» ότι θα σηκώσει το κόμμα από το καναβάτσο;

Φαίνεται ότι ο κομματικός πατριωτισμός έχει στερέψει.


Ο Σήφης  Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας